Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Είσαι κάτω από 25 ετών και σου μείωσαν το μισθό; Το ξέρεις ότι είναι παράνομο;



Η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων κάτω της ηλικίας των 25 ετών βάσει της 6/2012 ΠΥΣ είναι αντισυνταγματική, γιατί έλαβε χώρα με ηλικιακό κριτήριο, οδηγώντας τους έτσι ευθέως σε έντονη μισθολογική διαφοροποίηση σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους μεγαλύτερης ηλικίας.Η ως άνω, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 4046/2012, ΠΥΣ, στο άρθρο 1 εδ. β' της οποίας ορίζεται η μείωση των αποδοχών κατά ποσοστό 32% για τους εργαζόμενους ηλικίας κάτω των 25 ετών, με την οποία, εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά παράβαση του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι μη εφαρμοστέα, σύμφωνα με την νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων
 Ειδικότερα με το άρθρ, 1 παρ. 2 Ν. 4046/2012, ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής επιμέρους Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο Ν. 4046/2012 ως παραρτήματα του και δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ υπ' αριθμ. 28/14.02.2012. Με το άρθρ. 1 παρ. 6 Ν, 4046/2012 ορίζεται ότι «οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Ε παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4... παρ. 4.Ι του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παρ. 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου». Ακολούθως, με βάση την πιο πάνω εξουσιοδότηση του αρθρ. 1 παρ. 6 Ν. 4046/2012, ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα που αφορά τη «Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας». Με την ανωτέρω πράξη εξειδικεύονται θέματα, μεταξύ άλλων, που αφορούν τα νόμιμα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων και την αμοιβή των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών. Ειδικότερα στο άρθρο 1 της προδιαληφθείσας Π.Υ.Σ., ορίζονται τα ακόλουθα:

«1. Από 14.2.2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής» τα κατώτατα διαμορφωμένα άρια μισθών και ημερομισθίων της από 15.7.2010 ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως αυτά προβλέπονταν και ίσχυαν κατά την 1.1.2012, μειώνονται κατά 22%. Από 14.2.2012 και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής μειώνονται κατά 32% τα κατώτατα διαμορφωμένα όρια μισθών και ημερομισθίων της από 15.7.2010 ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως αυτά προβλέπονταν και ίσχυαν κατά την 1.1.2012. για νέους, ηλικίας κάτω των 25 ετών. Τα μειωμένα κατά 32% κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν και για τους μαθητευόμενους της παρ. 9 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (Α 115).

Η παρ. 8 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, το άρθρο 43 του Ν. 3986/2011 (Α' 152) καθώς και κάθε άλλη ρύθμιση που είναι αντίθετη με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, καταργούνται.

3 Η άμεση προσαρμογή στα νέα μειωμένα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, όπως καθορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων.

4. Συμφωνίες των μερών που υπολείπονται των νέων μειωμένων κατώτατων μισθών και ημερομισθίων, όπως καθορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, είναι αυτοδικαίως άκυρες ως προς τον όρο αυτό.».

Προβληματική από συνταγματική αλλά και κοινωνική σκοπιά είναι η ως άνω μείωση των κατώτατων μισθών - ημερομισθίων κατά 32 % για νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών. Η ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 2 Π .Υ. Γ. 6/28.02.2012, που εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών 32%, παραβιάζει, εκτός από τη συλλογική αυτονομία, και το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθώς και το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β Σ. για τη μισθολογική ισότητα (για την ίδια ή ίσης αξίας εργασία). Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Σ καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου απέναντι σ’ αυτούς. Έτσι δεσμεύει και τον νομοθέτη, ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίως πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί με τρόπο που να στοιχειοθετεί διαφορετική μεταχείρισή τους με διακρίσεις ή εξαιρέσεις. Η συνταγματική αρχή της ισότητας δεσμεύει και το όργανο που θέτει κανόνες δικαίου να νομοθετεί κατά τρόπο που να μη δημιουργείται διαφορετική μεταχείριση.

Η προστασία της νεότητας, που τελεί υπό την προστασία του κράτους (αρθρ. 21 παρ. 3 1), επιβάλλει την ιδιαίτερη μέριμνα του νομοθέτη απέναντι στην κατηγορία των νέων εργαζομένων, που πλήττεται από την οικονομική κρίση και ανεργία, ενώ κανένας λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη του οποίου ελέγχουν πάντως τα δικαστήρια, δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή για την επιβολή μέτρων μισθολογικής και άρα και κοινωνικοασφαλιστικής ανισότητας, που υποθετικά, θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις δυνατότητες των νέων για εύρεση εργασίας. Άλλωστε, η ήδη εφαρμοσθείσα με βάση προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση μείωση έως 20% από τα κατώτατα όρια αποδοχών στους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών δεν έχει οδηγήσει ούτε σε μείωση της ανεργίας ούτε σε αύξηση της απασχόλησης τους. Εξαιτίας της γενικευμένης μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων και της χρήσης ευέλικτων μορφών απασχόλησης στην αγορά εργασίας, η υπάρχουσα ποσότητα εργασίας στην ελληνική οικονομία δεν αυξάνεται, αντιθέτως μειώνεται λόγω της παρατεταμένης ύφεσης, οπότε η εφαρμογή μέτρων αναδιανομής της μεταξύ όσων ζητούν εργασία, στην καλύτερη περίπτωση, θα οδηγήσει σε μια μικρή αύξηση της απασχόλησης των νέων σε βάρος των παλαιών εργαζομένων, των οποίων οι δυνατότητες εύρεσης εργασίας θα μηδενιστούν. Η αντίθεση, λοιπόν, στις συνταγματικές αρχές της ισότητας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β') είναι δεδομένη, αφού η ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 οδηγεί ευθέως σε έντονη μισθολογική διαφοροποίηση των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους μεγαλύτερης ηλικίας.

Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις προστατεύουν το δικαίωμα σε ίση αλλά και δίκαιη αμοιβή, ώστε να εξασφαλίζει σε όλους τους εργαζομένους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, ενώ επιβάλλει στο Κράτος να μην επιτρέπει τις παραβιάσεις, αλλά και να απέχει από την εισαγωγή άνισης μεταχείρισης που σχετίζεται με το νόμιμο ύψος αμοιβών και όρων εργασίας, όπως εν προκειμένω με την καθιέρωση διάκρισης με βάση την ηλικία, η οποία θα ήταν θεμιτή μόνο αν αντικειμενικά αποσκοπούσε στην προστασία των ευάλωτων αυτών ηλικιακών ομάδων και όχι στη μείωση του γενικά προβλεπόμενου κατώτατου ορίου προστασίας. Όπως γίνεται παγίως δεκτό, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή διάκριση που εδράζεται σε στοιχεία τυχαία, άσχετα ή συγκυριακά, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν συνδέονται με ουσιαστικές διαφοροποιήσεις των επιμέρους περιπτώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση σαφώς πρόκειται για θέσπιση τυχαίων και ατεκμηρίωτων διαφοροποιήσεων ως προς τη μεταχείριση των εργαζομένων, οι οποίοι διακρίνονται με βάση το τυπικό και συγκυριακό στοιχείο της ηλικίας τους και όχι με βάση το ουσιαστικό κριτήριο του είδους, της ποιότητας και της ποσότητας της εργασίας που παρέχουν.

Επίσης, σε τέτοιες περιπτώσεις διαφοροποιήσεων η νομολογία των δικαστηρίων ορθά επιμένει να ελέγχει τη συνάφεια των κριτηρίων διαφοροποίησης προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ρύθμισης. Ωστόσο από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει αρκούντως στενός αιτιακός ή λογικός σύνδεσμος της προστασίας της εθνικής οικονομίας με τη δραματική μείωση των ορίων των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων. Πουθενά δεν τεκμηριώνεται με ποιον τρόπο - ειδικά η διαφοροποίηση αυτή - θεραπεύει επαρκώς και με τον πιο αποτελεσματικά τρόπο τον σκοπό του νόμου. Έτσι, η δυσμενής διαφοροποίηση του εργασιακού καθεστώτος ειδικά των νέων εργαζομένων παρίσταται εντελώς συγκυριακή και έχει χαλαρό και ασταθή δεσμό με τον επιδιωκόμενα σκοπό, με αποτέλεσμα τελικά οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις να έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 1 Σ.

 Επιπρόσθετα, στο κοινοτικό δίκαιο έχουν διαπλαστεί δύο βασικές αρχές:

α) η αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων με κριτήριο το είδος της σύμβασης εργασίας ή το χρόνο σύναψης της (παλαιοί/νέοι, μερικής ή πλήρους απασχόλησης, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, έργου ή οποιασδήποτε άλλης σύμβασης) και

β) η αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων με κριτήριο την ηλικία.

Με τις ρυθμίσεις της Π.Υ.Σ. 6/2012 δημιουργείται διαφορετικό, δυσμενέστερο, καθεστώς, για τους νέους μέχρι 25 ετών και παραβιάζονται και οι κοινοτικοί κανόνες που απαγορεύουν τις διακρίσεις (άμεσες ή έμμεσες) με κριτήριο την ηλικία, αφού για τους νέους μέχρι 25 ετών εργαζομένους δημιουργείται εργασιακό καθεστώς πολύ δυσμενέστερο από αυτό των παλαιών. Λόγω δε της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι των εθνικών ρυθμίσεων, οι αναφερόμενες ρυθμίσεις της ως άνω Π.Υ.Σ. αντίκεινται στις Οδηγίες 2000/43/Ε.Κ. και 2000/78/Ε.Κ.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία αποδέκτης της εξουσιοδότησης θα έπρεπε, να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και όχι το Υπουργικό Συμβούλιο, ο Ν. 4046/2012 όχι μόνο δεν θέτει το πλαίσια και τις γενικές κατευθύνσεις υπό τις οποίες καλείται να ενεργήσει η διοίκηση με την έκδοση κανονιστικής πράξης, αλλά δεν περιέχει κανέναν κανόνα δικαίου. Ο νόμος απλώς παραπέμπει σε κεφάλαια των «Μνημονίων», τα οποία προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V σ' αυτόν, με την πρόβλεψη ότι «συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής». Τα δύο δε «Μνημόνια» δεν περιέχουν κανόνες δικαίου, αλλά απλές προγραμματικές διακηρύξεις, που από τη φύση τους δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση κανονιστικής δέσμευσης, παρά την παραπομπή σ' αυτά του νόμου.

Ειδικά ως προς το πρώτο από αυτά, έχει ήδη κριθεί εξάλλου, ότι δεν αναγνωρίζει αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών, ούτε θεσπίζει άλλους κανόνες δίκαιου και δεν έχει άμεση εφαρμογή, αλλά για να πραγματοποιηθούν οι εξαγγελλόμενες μ' αυτό πολιτικές, πρέπει να εκδοθούν σχετικές πράξεις από τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανα του Ελληνικού Κράτους (νόμοι ή κανονιστικές διοικητικές πράξεις κατ' εξουσιοδότηση νόμου. Συνεπώς οι διατάξεις του άρθρ. 1 της Π.Ύ.Ε, 6/28.02.2012 που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, με τις οποίες εισάγονται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενείς κανόνες δικαίου, εκδόθηκαν από τη διοίκηση κατά παράβαση των άρθρ. 26 και 43 §2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτόν είναι μη εφαρμοστέες.

Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 της από 9.1.2012 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα πάσης φύσεως Εμπορικά Καταστήματα όλης της χώρας, των επιχειρήσεων που είναι μέλη του ΣΕΛΠΕ, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με αριθμό 2/26.1,2012 <α> έναρξη ισχύος την 1.1.2010, η ανωτέρω Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, αφορά τους εργαζόμενους που απασχολούνται στα πάσης φύσεως εμπορικά καταστήματα, όλης της χώρας που είναι μέλη του ΣΕΛΠΕ και αφορά, μεταξύ άλλων, και την ειδικότητα των πωλητών, οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια των υπαγομένων στην παρούσα μισθωτών, όπως έχουν διαμορφωθεί την 31.1.2009, με βάση τις ρυθμίσεις της από 30.7.2008 ΣΣΕ, παραμένουν ως έχουν για τα έτη 2010, 2011 και 2012.

Σε σχετική υπόθεση που κρίθηκε από τα ελληνικά δικαστήρια, η ενάγουσα προσλήφθηκε ως εργαζόμενη (υπάλληλος) στην εναγομένη επιχείρηση, η οποία έχει ως αντικείμενο την εμπορία τροφίμων (χονδρική και λιανική- super market), με την ειδικότητα της πωλήτριας, αρχικά με δίμηνη σύμβαση πρόσληψης, ήτοι από 01.08.2009 έως και 30.09.2009 οπότε ήταν ηλικίας 21 ετών, μετέπειτα δε ήτοι από 10.2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ως προς τις αποδοχές της από τότε που προσλήφθηκε προβλεπόταν μισθός σύμφωνα με τις διατάξεις των Εμπορικών Επιχειρήσεων καταβαλλόμενος την 15η ημέρα κάθε μήνα, ενώ η συλλογική σύμβαση βάσει της οποίας αμειβόταν αρχικά είναι η Σ.Σ.Ε. Π.Κ, 103/05.08.2008, η οποία ίσχυσε για τα έτη 2008 και 2009. Μετά τη λήξη της, η ανωτέρω σύμβαση έπαψε να παράγει έννομα αποτελέσματα ως συλλογική σύμβαση και οι όροι της παρέμειναν ως απλοί ενοχικοί όροι στην ατομική σύμβαση της ενάγουσας, με βάση την οποία εξακολουθούσα να αμείβεται. Ακολούθως, στις 09.01.2012 υπογράφηκε μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδος (ΣΕΛΠΕ), μέλος του οποίου ήταν η εναγόμενη επιχείρηση και της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, μέλος της οποίας ήταν το Σωματείο εργατοϋπαλλήλων Ιδιωτικού τομέα Ν. Πιερίας, το οποίο αντίστοιχα ήταν μέλος του Εργατικού Κέντρου Κατερίνης, που είναι επίσης μέλος της Γ.Σ.Ε.Ε., η Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα πάσης φύσεως Εμπορικά Καταστήματα όλης της χώρας, των επιχειρήσεων που είναι μέλη του ΣΕΛΠΕ», με έναρξη ισχύος την 01.01,2010, και βάσει το άρθρο 2 και τίτλο Κατώτατα όρια αποδοχών ορίζονταν τα παρακάτω: «Οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια των υπαγομένων στην παρούσα μισθωτών, όπως έχουν διαμορφωθεί την 31.12.2009, με βάση τις ρυθμίσεις της από 30.7.2008 Σ.Σ.Ε., παραμένουν ως έχουν για τα έτη 2010, 2011 και 2012».

Με βάση τα ανωτέρω, οι συνολικές μηνιαίες μικτές αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν σε 1.027,35 ευρώ, βάσει των οποίων οι συνολικές καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτής, ανέρχονταν σε 799,94 ευρώ και ίσχυαν μέχρι τη λήξη της Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, της οποίας ο χρόνος παράτασης ισχύος της, η λεγόμενη μετενέργεια των ενοχικών όρων της, με βάση το Ν. 4046/2012 θα είχε τρίμηνη διάρκεια, δηλαδή μέχρι την 31.03.2013. Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι η εναγόμενη, χωρίς προηγούμενη συμφωνία και σύναψη νέας ατομικής σύμβασης με την ενάγουσα, βάσει της οποίας (συμφωνίας) και μόνο θα ήταν δυνατή η μεταβολή των όρων της, προέβη κατά μήνα Μάρτιο του 2012 σε μείωση των αποδοχών της ενάγουσας κατά ποσοστό 32 % με βάση των υπ' αριθμ. 6/28.02.2012 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και την δημοσιευθείσα κατόπιν και με αφορμή την ανωτέρω Π.Υ.Σ., υπ' αριθμ. 4601/304 και με ημερομηνία 12.03.2012 ερμηνευτική Εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά παράβαση των συμφωνημένων με την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία υπαγόταν, η ενάγουσα. Ειδικότερα, το σύνολο των μικτών μηνιαίων αποδοχών της ανέρχεται πλέον σε 562,06 ευρώ, βάσει των οποίων οι συνολικές καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτής ανέρχονται σε 469,31 ευρω. Ήτοι, για οκτώ (8) μήνες, δηλ. από τον μήνα Μάρτιο του 2012 έως και τον Οκτώβριο του 2012, καταβλήθηκαν σ' αυτήν συνολικά μικτές αποδοχές μειωμένες κατά 3.722,40 ευρώ και συνεπώς καταβλήθηκαν σ’ αυτήν αναλόγως μηνιαίες καθαρές αποδοχές μειωμένες κατά 2,645,04 ευρώ. Πέραν της, κατά παράβαση των όρων αμοιβής και εργασίας, μείωσης των αποδοχών της ενάγουσας, όπως αυτοί ίσχυαν με βάση την από 9.1.2012 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που εξακολουθούσε να ισχύει, πρέπει να σημειωθεί ότι η μείωση των αποδοχών της βάσει της 6/2012 Π.Υ.Σ. είναι αντισυνταγματική, γιατί έλαβε χώρα με ηλικιακό κριτήριο, αφού η ενάγουσα, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήταν ηλικίας κάτω των 25 ετών, οδηγώντας αυτήν ευθέως σε έντονη μισθολογική διαφοροποίηση σε σύγκριση με τους συναδέλφους της μεγαλύτερης ηλικίας. Περαιτέρω η εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 4046/2012 Π.Υ.Σ., στο άρθρο 1 εδ. β' της οποίας ορίζεται η μείωση των αποδοχών κατά ποσοστό 32% για τους εργαζόμενους ηλικίας κάτω των 25 ετών, με την οποία εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, που εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά παράβαση των άρθρ. 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι μη εφαρμοστέα. Επομένως, η εναγόμενη όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων της από 9.1.2012 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, στην οποία υπαγόταν η ενάγουσα και εξακολουθούσε να ισχύει και όχι αυτές του άρθρου 1 εδ. β' της Π.Υ.Σ. Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.722,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο, για τα ποσά που αφορούν σε διαφορές μηνιαίων μικτών τακτικών αποδοχών, από την πρώτη ημέρα κάθε αμέσως επομένου εκείνου που αφορούν μήνα.
Πηγή: legalaction.gr